Όλα τα καθάρματα το στήσανε μαζί, μα αργεί ακόμα η ώρα για να χαρούν οι σκυλογιοί

Διάλεξα μερικούς στίχους των active member να πουν όσα θέλω να πω, γιατί πραγματικά περιγράφουν αυτό που ζούμε καλύτερα απ’όλους!! Αυτή είναι και η αξία τους άλλωστε (διαχρονικοί και επίκαιροι)! Για όλα τα αδέρφια λοιπόν οι ακόλουθοι στίχοι.
 
Ακούω πολλά να λένε τριγύρω μου τον τελευταίο καιρό, κι αλήθεια άλλο δεν μπορώ αυτούς τους ειδικούς (ΑΡΔ κλπ) που μιλάνε για όλα αυτά, που εμείς παλέψαμε να βγάλουμε απ’ το βούρκο της σιωπής. Και οι αναλύσεις να γίνονται με το σωρό και όλοι οι δήθεν των media να κρατάνε το χορό, σ’ έναν ρυθμό, ακίνδυνο να τους βολεύει, αφού η αλήθεια πάνω τους δε περισσεύει. Και η γλώσσα η μίζερη εκείνη στα γραπτά να εξυπηρετεί όσους γράφουν για όλα αυτά, που αλλάζουν κώδικα συνέχεια στο σωστό και σε κρατάν φυλακισμένο στο γνωστό.
 
Με ένα φόβο φτιαγμένο σαν προσωπικό, γιατί σε θέλουν βίαιο και σπασμωδικό να μη τολμάς της σκέψης σου τα πρότυπα να φτύσεις κι αφού γεννάει υποκρισία ο νους σου να τη ζήσεις. Να φοβάσαι ασήμαντος να μείνεις να θέλεις δύναμη τα πάντα εσύ να κρίνεις μια θέση με υπόληψη και να στο αναγνωρίζουν εκείνοι που στη δύσκολη τη πλάτη σου γυρίζουν. Μα όλα αυτά είναι πνιγμένα στη βρωμιά λύση δε βλέπω εγώ καμιά, γι’ αυτούς που η πένα και η οθόνη είναι όπλο που ζωντανό κρατάνε ακόμα το μεγάλο κόλπο.
 
Λέω να τη χωθώ ασυμμάζευτος, απόψε το βράδυ σε φωτισμένα παραθύρια που κρύβουν το πιο πολύ σκοτάδι· στα αποκούμπια της μιζέριας, στις παραδομένες σκέψεις και στ’ ακαθόριστα με βλέψεις· στα ευκολομάσητα, στα κουρελοδουλέματα γαμώντας την αλήθεια τους, γαμώντας και τα ψέματα, εκδίκηση ζητώντας για τις φωνές τις τσακισμένες για όλες αυτές τις ομορφιές τις στοιβαγμένες. Κι ας μου χρεώσουν κι αλλά αλήτικα φερσίματα οι αλαφροΐσκιωτοι με τα πικροπατήματα. Θα μπω, λοιπόν, να ψαχουλέψω στα χωράφια τους, θα ξεράσω στα αρχεία και στα ράφια τους, μηνύματα θα αφήσω στους τοίχους με το αίμα μου και για να μάθουν την αρχή θα δω το τέρμα μου.
θα τους ποτίσω δηλητήριο απ’ τη σοδειά τους θα κόψω πρώτα το κεφάλι απ’ τη σκιά τους χίλια κομμάτια θα κάνω τα λόγια τους τα πετρωμένα και θ’ ανοίξω κάποια στόματα φραγμένα. Βροχή από σύννεφα θα γίνω σκουριασμένα για να χαρούν χιλιάδες μάτια αδερφωμένα.
 
Ό,τι έχω μέσα μου, δεν είναι μίσος για τις κουφάλες είναι το δίκιο μου το ηλιόχαρο που δε κουρνιάζει σε αγκάλες. Είναι η μαγεία που ανταμώνω στην αμιλησιά μου και με σέρνει πιο κοντά στα συγκαλά μου. Έτσι μπορώ και με θυμάμαι και όλα τα ζυγιάζω και νιώθω έτοιμος, όταν κι εμένα τρομάζω. Πίσω στο θέμα μας έχουνε μείνει λίγοι στίχοι και δε γουστάρω να τα αφήνω όλα στην τύχη. Θα με οδηγήσουν, λοιπόν, σπεκουλαδόροι κι άνοιαστοι δούλοι
εκεί που χώνεται η ξεφτίλα ως το μεδούλι. Κι ας βρεθώ μια δρασκελιά απ’ το τίποτα θ’ αντέξω· χειρότερα απ’ τα χθες δε γίνεται να μπλέξω.
 
Γεμίσαμε φιλάνθρωπους τώρα στη φτώχεια και στην πείνα, ουρές μεγάλες στα συσσίτια στην Αθήνα. Ξαμολημένα τα σκυλιά του έθνους (ή του πρεζέμπορα) εξαγοράζουν, ντύνουν, ταΐζουν και συνάμα τρομάζουν. Η αλληλεγγύη έπιασε γκόμενο το φόβο τους – είδες; – μοιράζουν τις πατάτες μαζί με τις πατρίδες. Κι εσύ, απελπισμένε, μασάς στο ύστερο του τρόμου, τους χαρίζεις το βασίλειο του δρόμου. Λαός λερός και στα βάσανα ακόμα πιο λερός, πόσο θα ‘θελα να μην ήσουν μισερός. Να προτιμάς καρφωμένο πισώπλατα μαχαίρι παρά ένα πιάτο φαγητό από ενός φασίστα το χέρι. Κλέψε από τους κλέφτες, είναι πιο τίμιο, αδερφέ μου, ξέρνα το μίσος που σε μπολιάσαν, καημέ μου. Ξενιστές είναι χωμένοι στο πλήθος σ’ ονειρεύονται με κίτρινο αστέρι αριστερά στο στήθος. Το τελευταίο τους χαρτί είναι η πείνα κι οι ναζί για να σε πείσουν στην ανάγκη να διαλέξεις μαγαζί. Όλα τα καθάρματα το στήσανε μαζί, μα αργεί ακόμα η ώρα για να χαρούν οι σκυλογιοί.
 
Και πως θα γίνουν όλα αυτά – ρωτάς και σκιάζεσαι
κι αν δεν γλιτώσεις, μου λες, τάχα μου νοιάζεσαι.
Μη σκας – απλά τραβήξου απ’ τη πηγή,
εκεί ακόμα ξεδιψάνε οι σκυλογιοί.
 
Ψευτολογάδες, θρασίμια κι αρπακτικά δε μας αφήσανε ούτε τα θαφτικά. Κι αντί μια σφαίρα στο κούτελο σε κάθε κλειδούχο βουβή βεγγέρα μ’ αταίριαστο ρούχο κι αντί κρεμάλα σε κάθε φορετό, κλάψα αβανταδόρικη απ’ τον αλαλητό. Πού να βγάλω το σκασμό και που ν’ αγιάσω στην αλλαξοκαιριά, βοριά, πώς να σωπάσω;
 
Γίνανε μνήμες τα λίγα τα σπουδαία, και χέρια αλλάζουνε λαθραία όλα εκείνα τα ωραία. Κατάντια είναι αδερφέ μου, κατάντια, η άρνηση μας για ζωή βγάζει μάτια, κι έτσι γινήκαμε το τέλειο θύμα μαύρη αφήγηση. Πόλεμος είναι να γενεί κι εσύ μωρέ σωπαίνεις, κάτου απ΄του κέδρου τη σκια, σε τούτα εδώ τα μέρη, στου χάρου δίπλα την ορμιά, εσύ ξανά χωλαίνεις τι περιμένεις; Πόλεμος είναι να γενεί, έλα μου ντε τι περιμένεις, τι παζαρεύεις με το αύριο και σωπαίνεις. Δε σου ζητάω ν΄αμοληθείς και να σκοτώνεις μη μου θυμώνεις, καλό σου λέω να καμώνεις, να βγεις και να φωνάξεις προς σ΄όλες τις μεριές πως δε μας σκιάζουν των δειλών οι μαχαιριές κι ότι ακόμα ονειρευόμαστε, έστω σακατεμένοι, απ΄της ζωής τα όμορφα καλά δασκαλεμένοι. Από που στο διάολο πήρα και πονηρεύομαι σε ποια στιγμή μου χρωστάω που μαγεύομαι, το κακό με βαριά καρδιά παραγκωνίζω και σε ξορκίζω αδερφέ μου κι ελπίζω το φως που ονειρευόμαστε μακάρι να φανεί ακόμα και πόλεμος αν είναι να γεννεί.
 
Σήκωσε ψηλά τη γροθιά σου!
 
Εσύ παλεύεις για τα όνειρά σου, σήκωσε ψηλά τη γροθιά σου. Είσαι Παναθηναϊκός και είναι μαγκιά σου, σήκωσε ψηλά τη γροθιά σου. Μη κοιτάς ποιος βρίσκεται δίπλα σου απόψε ούτε το μέρος που ανταμώσαμε τι είναι. Χίλια κομμάτια την μιζέρια σου κόψε κι αν το λέει η ψυχούλα σου μείνε. Μείνε πλάι σ’ αυτά που δειλούς ξεμπροστιάζουν κι αν σε τρομάξουν λιγάκι, μαζέψου. Ή τράβα εκεί που οι ξεπεσμένοι γιορτάζουν, μα εγώ προτείνω, άντεξε, σκέψου. Δε σου πάσαρα ποτέ λύσεις κι ευκολίες, μα εσύ στραβά με πήρες ή μ’ αγαπάς. Την διάφορα την έκανες στις δυσκολίες κι ακόμα αντέχεις καλά το πας. Χρεώνεις τ’ άδικα, έχεις συνέπεια στους δήθεν χαρίζεις εφιάλτες. Είσαι ΠΑΝΑΘΗΝΑΪΚΟΣ μ’ αξιοπρέπεια, χωρίς καθόλου αυταπάτες. Άκου με εμένα τους έχω όλους μαζί, κι άσε τους τρύπιους να δουλεύουνε ψιλό γαζί τον κάθε ψόφιο. Είναι σα να κρατάει χρόνια νοτιάς κι έχει φέρει τα σκατά πάνω – πάνω κι αν δε σιχαίνεσαι και θέλεις να φας εγώ προτιμώ να πεθάνω. Μα όσο αντέχω, θέλω να σκέφτεσαι κι όσο αντέχεις, για πάρτη σου θα ‘μαι στην κερκίδα κι όσο το χαίρεσαι θα ‘σαι ανάσα μου, θα ‘σαι θυμάμαι. Ψηλά το κεφάλι, σφίξ’ τη γροθιά σου. Σκυφτοί είναι μόνο οι ντροπιασμένοι, θα φωνάξω ΠΑΟ στην υγειά σου να δεις πως σκιάζονται οι ξεπεσμένοι. Εσύ παλεύεις για τα όνειρά σου, σήκωσε ψηλά τη γροθιά σου. Είσαι ΠΑΝΑΘΗΝΑΪΚΟΣ και είναι μαγκιά σου, σήκωσε ψηλά τη γροθιά σου!
 
Πρώτα απ’ όλα η σιωπή δεν προβλέπεται. Όποια κάνη στην αλήθεια και να στρέφεται πάντα φτάνει έστω κι αργά εκεί που πρέπει να γαμήσει τα μυαλά τα καθώς πρέπει. Σε ‘σας μιλάω με τις πολλές αμφιβολίες κι ένα βουνό σέρνω μαζί μου αυθαιρεσίες· χωρίς ικεσίες απευθύνομαι σ’ όσους τολμούν να σηκώσουν το χέρι και να πουν (πως) ορκίζομαι τη ζωή να μην προδώσω· ορκίζομαι ό,τι μπορώ θα γλιτώσω· ορκίζομαι ποτέ να μην το βουλώσω κι άνθρωπος κι εγώ κάποτε ελεύθερος να νιώσω. Κι εμπρός βλάσφημος να μείνω κι εχθρός, η αξιοπρέπεια είναι ο μόνος μου οδηγός, μα όχι προς το φως — το καπηλεύονται οι άδειοι — ούτε προς το σκοτάδι το ξεραμένο πηγάδι, Μα προς εκείνο το κρυφό το μονοπάτι πέρα κι αν είμαι άξιος να το περάσω σαν σφαίρα που θα κεράσει το τίποτα λαβωματιά θανάσιμη – G13, blah blasphemy.
 
Ματώθηκες απ’ όλα τ’ ανιστόρητα και στάθηκες κοντά σ’ όλα τα απαρηγόρητα, πύρινη γλώσσα γίνε τώρα και λαβωματιά θανάσιμη – G13, blah blasphemy Στα συγκαλά σου, έλα, έχεις γερή κράση. Τους τα ‘χωνες στη φέξη, τώρα χώσ’ τα και στη χάση· σε καρτερούν οι αποκλεισμένοι οι προδομένοι κι οι άσημοι – G13, blah blasphemy.
 
Προκειμένου να σ’ ακούσουν, βλαστήμα — έτσι κι αλλιώς για όλους μας έπεσε σύρμα να μαντρωθούμε, με κάθε τρόπο να διασυρθούμε και με κάθε μέσο να διαλυθούμε. Εγώ αρνούμαι, εμείς κερδίσαμε ό,τι ζούμε. Kι ας μας κλέβουν τα μισά, δεν υπακούμε. Ό,τι είναι θα το πούμε· τρέμετε ξεπουλημένοι κι άτιμοι — θα επιβιώσουν κι οι βλάσφημοι.
 
Και για το τέλος,
 
Κοίτα πιο πέρα – εκεί μπορεί να τη δεις.
 
Εκεί πέρα, αν πιστεύεις θα τη βρείς Σαν αέρα·
 
νοιώσε κι εσύ τη Fiera.
 
Fiera σημαίνει θεριό, περηφάνια, δικαιοσύνη!
 
Δύναμή σου, οι οπαδοί σου!! Δ.Κ.
Υ.Γ. Κάνε μου τη χάρη, όσα σου έταξα να τα θυμάσαι. Κάνε μου τη χάρη με το ένα μάτι ανοιχτό να κοιμάσαι. Κάνε μου τη χάρη να μιλάς δυνατά όταν φοβάσαι. Κάνε μου τη χάρη, για να σ’ ακούω απ’ όπου και να ‘σαι!
Δημήτρης
Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s