Η λάμψη και η… τρέλα του, ότι μας απέμεινε

Μπορείς ν’ απαριθμήσεις όλους τους τίτλους που έχει κατακτήσει ως παίκτης ο Μαρίνος Ουζουνίδης περιγράφοντας τη δυσκολία τους. Θα έχεις γράψει (πιθανότατα) ένα καλό ποδοσφαιρικό κείμενο το οποίο θα στερείται αλήθειας: οι τίτλοι του Εβρίτη δεν μαρτυρούν την αξία του. Η σπάνια προσωπικότητά του δεν αποτιμάται με αριθμούς και τρόπαια.
 
Ο Μαρίνος μας είχε χαραχτεί στη μνήμη για μια καταπληκτική του εμφάνιση απέναντι στην Ε.Ο, λίγο πριν τα Χριστούγεννα του 1991.
 
 
Η Ξάνθη τους είχε ρίξει πέντε, χάνοντας ευκαιρίες γι άλλα τόσα με τον λεγάμενο να βάζει δύο τέρματα, εκ των οποίων το πρώτο θύμισε Ρόναλντ Κούμαν, συνήθιζε εκείνη την εποχή ο Ολλανδός “λυκάνθρωπος” της Μπαρτσελόνα να βάζει ασύλληπτες ταχύτητες στη μπάλα όταν εκτελούσε φάουλ. Εκείνο το ματς δεν το ξέχασαν ούτε στην Παιανία ντύνοντας με τα χρώματα του κλαμπ τον Μαρίνο το καλοκαίρι του 1992.
 
Το κορυφαίο του παιχνίδι ως πρωτάρης στον Παναθηναϊκό ήταν στον τελικό κυπέλλου της σεζόν 1992-1993 όταν ο Ίβιτσα Όσιμ του έδωσε τη φανέλα με το νο…7 και σε ρόλο αμυντικού μέσου ο Βόρειος (μαζί με το Λούη Χριστοδούλου) δεν επέτρεψε στη μεσαία γραμμή των απέναντι να παράξει ούτε μισή φάση για Προτάσοφ και Μπατίστα.
 
Τον καιρό εκείνο λεγόταν ότι ο Ουζουνίδης πήγαινε στο προπονητικό κέντρο της ομάδας πρώτος κι αποχωρούσε τελευταίος. Ο Παναθηναϊκός των ημερών εκείνων ήταν τίγκα στις προσωπικότητες και στα μεγάλα κορμιά στα μετόπισθεν (Βάντσικ, Καλλιτζάκης, Μαυρίδης, Καραγεωργίου, Κουρμπανάς, Χριστοδούλου, Παυλόπουλος), ο Μαρίνος ήθελε χρόνο ώσπου να προσαρμοστεί στη ζωή της μεγαλούπολης και τις αυξημένες απαιτήσεις του Παναθηναϊκού.
 
Με ασταμάτητη δουλειά κατάφερε όχι μόνο να γίνει βασικός αλλά και “φάρος” της απίστευτης αμυντικής γραμμής του Τριφυλλιού τη σεζόν 1995-1996 που βρέθηκε 90 λεπτά μακριά από τον τελικό του Τσάμπιονς Λιγκ, η απουσία του στη ρεβάνς με τον Άγιαξ βραχυκύκλωσε τους συμπαίκτες του και τα παιδάκια του Φαν Γκάαλ (που εκείνη την εποχή αντιμετωπίζονταν μόνο από κομπιούτερ) μας έβαλαν στα δίχτυα.
 
Θυμόμαστε τις παρασκηνιακές στήλες των εφημερίδων ν’ αναφέρονται στις προπονήσεις και στα πειράγματα που έδιναν κι έπαιρναν στην Παιανία με στόχο τον Ουζουνίδη όταν η υπόλοιπη “συμμορία” (προφανώς για να τον πειράξει) του υπενθύμιζε ότι στη θέση του λίμπερο ο Κώστας Μαυρίδης (παικτάρα και περσόνα τρομερή) υπήρξε πολύ καλύτερός του. Ο Μαρίνος μπορεί να στράβωνε όταν άκουγε τέτοιες συγκρίσεις, αλλά χρόνια μετά εύκολα θα μπορούσαν να του ξέφευγαν κουβέντες. «Μάλλον είναι καλύτερος», θα μπορούσε να πει, «κι εγώ θα χαιρόμουν να τον βλέπω να αγωνίζεται με το αρχοντικό του στυλ και το τεράστιο μπόι του. Μόνο που όταν ο Πόντιος έφυγε από τον ΠΑΟ πήγε στον…Απόλλωνα, ενώ εγώ λίγο πριν τα 30 πήρα μεταγραφή για το Σαμπιονά, όπου οι ταχύτητες είναι δύο κλικ πάνω από την δική μας λίγκα». Εκεί οι συγκρίσεις θα μπορούσαν να πάρουν τέλος.
 
Ο Ουζουνίδης είναι τρελός, με την καλή έννοια, φουλ ανταγωνιστικός -το γράφουμε και το πιστεύουμε όσο τίποτα. Από τότε που τον θυμόμαστε ψαρωμένο στην Παιανία το μάτι του γυάλιζε. Εχουμε δει ζωντανά και σε πολλά ματς όλους τους μεγάλους της δεκαετίας του ’80 και του ’90, ποδοσφαιριστές που να μαγνήτιζαν τόσο τα μάτια μέσα στο γήπεδο με το αγωνιστικό τους κύρος δεν μας έρχονται πολλοί στο νου.
 
Ο Παναθηναϊκός την τριετία Ρότσα είχε πολλούς παίκτες στην ακμή τους (Βάντσικ, Αποστολάκη, Καλλιτζάκη, “Σάββα” και “Χαραλάμπη”, Βαζέχα και Μπορέλι). Η αφεντιά του αποτελούσε τον σύρτη ασφαλείας, το “πάντρεμα” ανάμεσα στην κλάση και τον επαγγελματισμό των παλιών με τη νεανική ορμή της “generation next” που λεγόταν ότι εκείνη την εποχή δεν άφηνε ούτε θηλυκή γάτα απείραχτη. Η αποχώρησή του από το κλαμπ (μαζί μ’ εκείνη του Γιάννη Καλλιτζάκη) διέλυσε τον Παναθηναϊκό που έχασε τις αμυντικές του σταθερές.
Ο Μαρίνος είναι το ποδόσφαιρο σ’ όλη του τη λάμψη και την τρέλα. Το 1994 δεν κλήθηκε στο Μουντιάλ. Θύμωσε κι έλεγε στα αποδυτήρια του Παναθηναϊκού ότι για να αποδείξει πόσο αδικήθηκε δεν θα αφήσει κανένα εγχώριο τίτλο να του ξεφύγει. Το ‘κανε! Προπονητικά επιμένει να φθείρει το όνομα και την υγεία του σε μια ομάδα χωρίς το παραμικρό παράθυρο ελπίδας, παρόλα αυτά είναι ταγμένος στο κλαμπ δείχνοντας με τη στάση του ότι το χρήμα δεν έχει αξία μπροστά στο επίτευγμα.
 
Πέρσι στην Τούμπα στο κύπελλο οι ρέφερι τον έστησαν στον τοίχο αλλά στο τέλος του ματς τα έβαζε με τους παίκτες του και τις ευκαιρίες που έχασαν, δεν είπε τσιμουδιά για την διαιτησία γιατί οι μεγάλοι δεν γκρινιάζουν: η επιτυχία του στο τελευταίο ματς των πλέι-οφ με Πίσπα και Μολίνς ήταν η τελική του εκδίκηση.
 
Είναι επαρκής προπονητής; Πολύ καλός, πέρσι ήταν ο μόνος που μπαίνοντας στα αποδυτήρια μπορούσε να αρπάξει όλες τις προσωπικότητες (Εμποκού, Ζέκα, Μπεργκ, Λέτο) από τα πέτα και να τους μπήξει τις φωνές.
Φέτος έπαιζε με τρία εν δυνάμει «δεκάρια» (Χίλιεμαρκ, Βίγια και Μουνιέ), ενώ άλλοι φοβούνται να βάλουν ένα.
 
Επειδή τον νιώθουμε, σας λέμε πως η στενοχώρια του είναι ότι δεν μπορεί να μπει ο ίδιος στο γήπεδο για να δείξει πως βγαίνουν τουλάχιστον σωστές άμυνες. Για να δείξει στα παιδιά του με το κύρος του συμπαίκτη -κι όχι με την αλαζονεία του δασκάλου- πώς μπορούν να τα κάνουν όλα σωστά, όπως δηλαδή τα έκανε αυτός ο εξαιρετικός, συγκινητικός επαγγελματίας τον οποίο οι παναγοπουλομπαλωμενοαγριόγατες (συν τις φυλλάδες) έχουν βάλει (απίστευτο;;;) στο …σημάδι!
ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΣΤΡΑΤΗΣ

 

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ:

Απέφυγε τα χειρότερα ο Μολέδο, θεραπεία ο Μολίνς

Αν δεν καθαρίσει πρώτα ο τόπος από διοικητικά «ανέκδοτα»…

H… αόρατη δύναμη, το (λιγότερο) από 24ωρο του Θεοδωρόπουλου και αυτοί που υποσκάπτουν τον Μαρίνο!

 

 
Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

w

Σύνδεση με %s