ΜΙΑ ΦΟΡΑ ΚΙ ΕΝΑ ΚΑΙΡΟ… 

Ίσως όχι κι ο πιο κατάλληλος τίτλος για την «Ιστορία» που θέλω να σας πω. Αλλά ποιος άραγε θα μπορούσε και να ήταν; Τι τίτλο θα μπορούσε να δώσει ένας συγγραφέας (όχι ότι βλέπω τον εαυτό μου σαν έναν) σε ένα κείμενο που θα φιλοδοξούσε να εξιστορήσει κάποιες αναμνήσεις του; Αναμνήσεις από ένα κομμάτι γης (πέρα βέβαια απ’την ίδια την τοποθεσία φυσικά και τον βασικό λόγο της υπαρξής μας εκεί ) που κάπως ασυναίσθητα ίσως συνδεόταν με ένα μαγαζί και τον «ιδιαίτερο» αλλά τόσο μοναδικό και αγαπητό άνθρωπο που το «τρεχε».
 
Ακόμα δε μπορώ να προσδιορίσω πότε ακριβώς έγινε η γνωριμία μου με τον τύπο αυτόν. Ίσως κατά την επιστροφή του ΠΑΝΑΘΗΝΑΪΚΟΥ μας στην ιστορική του έδρα – ένα όνειρο που έγινε πραγματικότητα! Ίσως να τον γνώρισα και λίγο πιο πριν, όπως νομίζω αλλά και κατά βάθος θέλω να πιστεύω μέσα μου.
 
Σ’ αυτό το σημείο κάποιοι μπορεί να χρησιμοποιούσαν  την φορεμένη έκφραση «ας πάρουμε τα πράγματα απ’την αρχή»…
 Για το μαγαζί όμως και ειδικά για τον τύπο που θα σας μιλήσω δε κολλάει καμμία  φορεμένη έκφαση και μακριά απ’ αυτόν κάθε κλισέ και χιλιοειπωμένο. Θα ξεκινήσω λέγοντας πως αφού το όνειρό μας για την επιστροφή στη ΛΕΩΦΟΡΟ πραγματοποιήθηκε στην αυγή του millenium, ένα μαγαζί έμελλε να γίνει το στέκι μας για μια σειρά ετών. 
 Ήταν ένα σκοτεινό και μικρό μαγαζάκι, που σίγουρα αν ο Hendrix ζούσε και τον έφερνε ποτέ ο δρόμος του απ’ την Ελλάδα, θα άξιζε να το επισκεφτεί. Ό,τι πιο κοντινό σε εκκλησία του Αγίου Jimi θα μπορούσα να φανταστώ! Κάθε παιχνίδι στη Λεωφόρο ήταν μια γιορτή ή μια μάχη, ανάλογα τον αντίπαλο κάθε φορά. Πάνω απ’όλα όμως στα μετεφηβικά τότε μάτια μου ήταν μια παράσταση Rock πολύ Rock και μάλιστα σκληρό, «να κόβει κώλους» που λέμε. 
 
Θα ανοίξω μια μικρή παρένθεση εδώ για να σας πω και δυο λόγια για τον ΠΑΝΑΘΗΝΑΪΚΟ. Εμείς τον ΠΑΝΑΘΗΝΑΪΚΟ τον γνωρίσαμε στο Ο.Α.Κ.Α. αν και τον είχαμε λατρέψει από τα πολύ παιδικά μας χρόνια, απ’ τις ελάχιστες φορές που πήγα με τον πατέρα μου γήπεδο, από χαρτάκια Panini, απ’ το ραδιόφωνο κ.λ.π.
 
Συχνά πυκνά ακουγόταν το σύνθημα « ΠΑΟ γύρνα στην ΛΕΩΦΟΡΟ!». Για εμάς που δεν είχαμε ζήσει τη ΛΕΩΦΟΡΟ φάνταζε ένας τόπος μαγικός, τόπος αιώνιας δόξας του ΠΑΝΑΘΗΝΑΪΚΟΥ και παντοτινών μαρτυρίων κάθε εχθρού Του. Προσθέστε τώρα και τις αφηγήσεις των παλαιοτέρων για αυτό το γήπεδο που τα «τύμπανα του πολέμου» ηχούσαν απ’τις 11 το πρωΐ… φαντάζεστε το αντίκτυπο που είχε στο μυαλό μας. Βάλτε και στην εξίσωση πως η ΛΕΩΦΟΡΟΣ είναι κανά δεκάλεπτο με τα πόδια απ’ του Ζωγράφου και δε χρειάζεται κανένα 550, ε… τότε η ανυπομονησία μας μεγάλωνε ακόμα πιο πολύ. Άσχετα που εμείς πηγαίναμε με μια μυθική BMW τελικά.
 
  Και γυρίσαμε… κι έτσι αυτός ο τύπος, ο Αλέξης, μπήκε στη ζωή μας… 
Το μαγαζί ήταν,όπως είπαμε, σκοτεινό, μικρό, με αφίσες του Χέντριξ κατά κύριο λόγο κι ένα ξύλινο ποδοσφαιράκι… πόσο γαμάτο αυτό; Και αφού το σκηνικό ήταν ροκ στα ματς τι καλύτερο απ’ το να ξεκινήσεις πίνοντας μπύρες και ακούγοντας μέταλ και ροκ ύμνους μέχρι να μπεις στο καλύτερο μέρος του κόσμου τη ΘΥΡΑ 13;
Το μπαράκι λεγόταν ΨΥΧΙΑΤΡΕΙΟ (φάκιν κουλ μεν) απ’ τα πιο cult bars των Αθηνών, με πραγματικούς ψυχασθενείς και ο Αλέξης, όπως καταλαβαίνετε, είχε το παρατσούκλι «ΨΥΧΙΑΤΡΟΣ»… « Φέρτε μας τον Ψυχίατρο να δούμε τι θα γίνει»!!!
 
  Αναμφισβήτητα ένας απ’ τους πιο ενδιαφέροντες ανθρώπους που έχω γνωρίσει στην ζωή μου! Άνθρωπος, που λόγω ιδιοσυγκρασίας αλλά και επαγγέλματος, είχε δει πολλά και είχε να πει άλλα τόσα. Πάντα ενδιαφέρουσες συνομιλίες, για τη μουσική κατά κύριο λόγο, αλλά και για την πολιτική και την κοινωνία, τους μπάτσους και τις πρακτικές του κράτους, για τις ανθρώπινες σχέσεις και άλλα που τραβούσαν ώρες ολόκληρες συνοδεία βέβαια άφθονης μπύρας και χαβαλέ. Όσο λάτρευα όταν μαζευόμασταν πολλοί παρέα και γινόταν το μαγαζί «δικό μας » άλλο τόσο γούσταρα και κάτι βραδιές που άραζα στην μπάρα και μιλάγαμε με τις ώρες.
Όπως προείπα είχε πολλά να πει και για εμένα επειδή λατρεύω να μαθαίνω οτιδήποτε αφορά περασμένες δεκαετίες και ειδικά ’70 και ’80 ήταν κάτι το φοβερό. Απλά ρώταγα και άκουγα. Πολυτεχνείο,αλητεία Αθήνας eighties, διάφορες μουσικές φυλές και rock bars και ό,τι τραβούσε η ψυχή σου ο Γιατρός (όπως όλοι τον φωνάζαμε) είχε κάτι να σου πει. Φανταστείτε ότι ο τύπος είχε δει Rolling Stones στη ΛΕΩΦΟΡΟ, ναι τη συναυλία που διέκοψε η αστυνομία τέσσερις μέρες πριν βγούνε τα τανκς στην Αθήνα. Και άλλα πολλά λαϊβάκια.
 
Το μόνο που με πείραζε, στιγμές όμως, ήταν που ήταν γάβρος και πάντα μα πάντα θα του έλεγα: « μα εσύ γέννημα θρέμμα Αμπελοκηπιώτης και βγήκες γάβρος;». Για να πάρω την απάντηση: «ε, ήμουν αντιδραστικός!». Όμως, ήταν ο Γιατρός και μας αγαπούσε και τον αγαπούσαμε και μεις όλοι. Ιδιαίτερα πολλά άτομα της «Παλαιάς Φρουράς» που λέμε ήταν και κολλητοί του. Καθώς είχε και το λαβαράκι 40 χρόνια Θ13 ( Α ρε Γιατρέ τα 50 τα ΄χασες) ε, το ξέχναγες γρήγορα.
 
Ένα μπαράκι που λάτρευα να πηγαίνω, άσχετα με μάτς ή όχι. Το καλοκαίρι παλιότερα καθόμασταν έξω απ’ τα παράθυρα στην έξω μπάρα με την καλύτερη θέα επί γης. Μέχρι και την κοπέλα μου, που την πήγα σε ραντεβού , φοβούμενος βέβαια τι θα έλεγε γιατί δεν ήξερα και τα γούστα της ακόμα και χάρηκα που της άρεσε, αλλά πιο πολύ που συμπάθησε τον Γιατρό μας.
 
Μέχρι και καταφύγιο διατελούσε όταν όλο το στενό της Παναθηναϊκού ήταν πίτα στα καπνογόνα και απειλούνταν και συλλήψεις. Τα στόρια κλείναν και οι μπάτσοι να παν να γαμηθούν, είχε πέτρες στα στενά. Και βέβαια στην αρχή της ημέρας αγώνα, ήταν τίγκα στο κόσμο με μπύρες και μουσική, καλό ζέσταμα για να μπεις να καταθέσεις λαρύγγια.
  Είναι πάρα πολλές οι εικόνες που έχω απ’ το μαγαζί και απ’ τον Αλέξη. Όμως αυτή που θα θυμάμαι πάντα όσα χρόνια να περάσουν είναι κάτι εικοσάχρονα παιδιά να πίνουν μπύρα με φλάι και ραπτά ΟNSLAUGHT και πράσινα κασκόλ, ένας πάντα χωρίς μπουφάν νομίζω από τότε, και μετά να περνάν τα τουρνικέ να φωνάξουν για την τρέλα τους.
 
Πιστεύω πως τα μαγαζιά δεν κάνουν τα στέκια, οι άνθρωποι τα κάνουν! Οι θαμώνες και ειδικά αυτοί που δουλεύουν το μέρος. Εμένα για το μαγαζί αυτό για να το αγαπήσω δύο λόγοι υπήρξαν: φυσικά η τοποθεσία του, που αγαπάω να βρίσκομαι εκεί, και δεύτερον ο Αλέξης που αν και δεν υπήρξαμε στενοί φίλοι, εγώ τον λογίζω ως έναν άνθρωπο που ήταν μέσα στη ζωή μου διαχρονικά, προσθέτοντας τις δικές του πινελιές στο μυαλό μου.
Θυμάμαι την τεράστια καρτούν νοσοκόμα πάνω στην τέντα σου, που είχα βαλθεί να το κάνω μπλούζα, τα βαρέλια για σκαμπώ, τη γαμάτη μπάρα, το ξύλινο ποδοσφαιράκι φυσικά, αλλά και τα ντραμς που κοπάναγα αρκετά βράδια…πωπω… θα τρεμε η καρδιά σου, είμαι σίγουρος. «Μη… μη… αυτό» φώναζες για ένα μπάσο ή κάτι τέτοιο τέλος πάντων,  μετατρέποντας τη μικρή σκηνή για stage. Α ρε Γιατρέ…
 
  Διάλεξα για τίτλο τη γνωστή εισαγωγή που ξεκινάνε όταν λένε ένα παραμύθι σε ένα παιδί, δυστυχώς όμως τις περισσότερες φορές η ζωή δεν τελειώνει όπως τα όμορφα παραμύθια που ζούνε οι ήρωες καλά κι εμείς καλύτερα. Όχι, η ζωή συντάσσσεται συχνά με την κακή μάγισσα και δεν αφήνει γλυκιά γεύση στο τέλος. Δυστυχώς, όπως θα γνωρίζετε οι περισσότεροι, ο Γιατρός δε βρίσκεται ανάμεσά μας εδώ και κάποιους μήνες.
 
Για έναν περίεργο λόγο που δεν έχω εξηγήσει στον εαυτό μου, μετά το τραγικό συμβάν δεν έχω πάει μέχρι σήμερα στο γήπεδο (είναι ξημερώματα 25/6/2016 που τα γράφω και ο Γιατρός έφυγε στις 4 Απριλίου). Ίσως γιατί δεν ήθελα να δω το μαγαζί κλειστό. Όλοι ξέρουμε πως είναι και άλλοι παράγοντες που συντελούν στην ιεροτελεστία του «πάω γήπεδο». 
 
 
Για μένα όμως κάτι έσπασε μετά απ’ το περιστατικό αυτό, όχι ότι δε θα ξαναπάω, αλλά πως να το πω, αν δεν αφαίρεσε κάτι από τη μαγεία, τουλάχιστον το άλλαξε δραστικά.
Θα ηχεί πάντα στα αφτιά μου το καλωσόρισμά σου: «Που’ στε ρε κουφάλες Ζωγραφιώτες;». Και εγώ γελώντας να σου λέω: «Γιατρέ, πιάσε μια μεγάλη!». Ακόμα με παίρνουν τα ζουμιά που το σκέφτομαι. Όπως εξακολουθώ να πιστεύω πως ο Gallagher είναι πιο καλός του Hendrix κι ας ξέρω ότι σε αρρώσταινε και μόνο που τ’ άκουγες, όχι ότι δε σ’ άρεσε ο Rory!
 
Δεν ήξερα πως να το ανοίξω και δεν ξέρω και πως να το κλείσω το κείμενο αυτό. Δεν κατάφερα να έρθω εκείνη τη μέρα, αλλά πέρασα μόνος μου μετά από ώρα έξω απ’ τα στόρια να σε χαιρετήσω. 
Ξέρω όμως πως πάντα όταν ακούω το σύνθημα για τον Ψυχίατρο το μυαλό μου θα τρέχει σε σένα…
 
*** Λόγω της συμπλήρωσης ενός χρόνου από τότε που έφυγε ο Γιατρός, ζήτησα απ’τα παιδιά του blog να αναδημοσιεύσουν  το κείμενό μου που είχα γράψει πριν κάποιους μήνες και για συναισθηματικούς λόγους το παραθέτω αυτούσιο.  Δέχτηκαν με χαρά αφού είμαι βέβαιος  πως και οι ίδιοι θα είχαν περάσει να πιουν τις μπύρες τους στον Γιατρό. 
 
ROSSPY 13

 

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΑ:

«Έτσι αγαπάν οι ποιητές…»

ΡΟΔΕΣ ΤΡΙΖΟΥΝΕ, ΣΙΔΕΡΑ ΓΥΑΛΙΖΟΥΝΕ, ΤΑΞΙΔΙΑ ΚΑΝΟΥΜΕ ΓΙΑ ΝΑ ΣΑΣ ΤΡΕΛΑΝΟΥΜΕ!!!

 

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s